Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rentar
[past form: renté][present form: rento]
01
ενοικιάζω, μισθώνω
dar algo en alquiler a otra persona
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
rento
γ΄ ενικό πρόσωπο
renta
ενεστώτα μετοχή
rentando
απλός αόριστος
renté
παθητική μετοχή
rentado
Παραδείγματα
La agencia ayuda a rentar propiedades rápidamente.
Η υπηρεσία βοηθάει στην ενοικίαση ακινήτων γρήγορα.



























