rentar
Pronunciation
/rɛntˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "rentar"στα ισπανικά

rentar
[past form: renté][present form: rento]
01

ενοικιάζω, μισθώνω

dar algo en alquiler a otra persona
rentar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
rento
γ΄ ενικό πρόσωπο
renta
ενεστώτα μετοχή
rentando
απλός αόριστος
renté
παθητική μετοχή
rentado
Παραδείγματα
La agencia ayuda a rentar propiedades rápidamente.
Η υπηρεσία βοηθάει στην ενοικίαση ακινήτων γρήγορα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store