rentar
ren
ren
ren
tar
ˈtaɾ
tar
restar

Ορισμός και σημασία του "rentar"στα ισπανικά

rentar
01

ενοικιάζω, μισθώνω

dar algo en alquiler a otra persona 
rentar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
rento
γ΄ ενικό πρόσωπο
renta
ενεστώτα μετοχή
rentando
απλός αόριστος
renté
παθητική μετοχή
rentado
Παραδείγματα
Él renta su apartamento en el centro de la ciudad. 

Αυτός ενοικιάζει το διαμέρισμά του στο κέντρο της πόλης.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store