Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La rentabilidad
[gender: feminine]
01
κερδοφορία, αποδοτικότητα
capacidad de generar beneficios o ganancias
Παραδείγματα
La rentabilidad es clave para el éxito empresarial.
Η κερδοφορία είναι καθοριστική για την επιχειρηματική επιτυχία.



























