Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La rentabilidad
01
κερδοφορία, αποδοτικότητα
capacidad de generar beneficios o ganancias
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La rentabilidad del negocio ha aumentado este año.
Η κερδοφορία της επιχείρησης έχει αυξηθεί φέτος.
LanGeek



























