Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reparar
01
επισκευάζω
arreglar algo que está roto o dañado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
reparo
γ΄ ενικό πρόσωπο
repara
ενεστώτα μετοχή
reparando
απλός αόριστος
reparé
παθητική μετοχή
reparado
Παραδείγματα
El mecánico va a reparar el coche mañana.
Ο μηχανικός θα επισκευάσει το αυτοκίνητο αύριο.



























