reparar
re
re
re
pa
pa
pa
rar
ˈɾaɾ
rar
repasar

Ορισμός και σημασία του "reparar"στα ισπανικά

reparar
01

επισκευάζω

arreglar algo que está roto o dañado 
reparar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
reparo
γ΄ ενικό πρόσωπο
repara
ενεστώτα μετοχή
reparando
απλός αόριστος
reparé
παθητική μετοχή
reparado
Παραδείγματα
El mecánico va a reparar el coche mañana. 

Ο μηχανικός θα επισκευάσει το αυτοκίνητο αύριο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store