Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
repeler
01
απωθώ
causar una fuerte aversión o rechazo físico o moral
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
repelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
repele
ενεστώτα μετοχή
repeliendo
απλός αόριστος
repelió
παθητική μετοχή
repelido
Παραδείγματα
¿ Te repele la textura de ese alimento?
Σε απωθεί η υφή αυτού του φαγητού ;



























