repeler
re
re
re
pe
pe
pe
ler
ˈleɾ
ler
recocerparecercometerobtener

Ορισμός και σημασία του "repeler"στα ισπανικά

repeler
01

απωθώ

causar una fuerte aversión o rechazo físico o moral 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
repelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
repele
ενεστώτα μετοχή
repeliendo
απλός αόριστος
repelió
παθητική μετοχή
repelido
Παραδείγματα
Su actitud arrogante repele a la gente. 

Η αλαζονική του στάση απωθεί τους ανθρώπους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store