repetir
Pronunciation
/rˌepetˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "repetir"στα ισπανικά

repetir
01

επαναλαμβάνω

decir, hacer o mostrar algo otra vez
repetir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
repito
γ΄ ενικό πρόσωπο
repite
ενεστώτα μετοχή
repitiendo
απλός αόριστος
repetí
παθητική μετοχή
repetido
Παραδείγματα
Si no escuchas, tendré que repetir todo.
Αν δεν ακούσεις, θα πρέπει να επαναλάβω τα πάντα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store