Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
repetitivo
01
επαναληπτικός
que se repite muchas veces de la misma manera
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más repetitivo
συγκριτικός βαθμός
más repetitivo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
repetitivo
αρσενικό πληθυντικό
repetitivos
θηλυκό ενικό
repetitiva
θηλυκό πληθυντικό
repetitivas
Παραδείγματα
Su trabajo en la fábrica era muy repetitivo.
Η δουλειά του στο εργοστάσιο ήταν πολύ επαναληπτική.



























