Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La reparación
01
επισκευή, επισκευή
acción de arreglar o arreglar algo que está roto o dañado
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
reparaciones
Παραδείγματα
La reparación del coche costó mucho dinero.
Η επισκευή του αυτοκινήτου κόστισε πολλά χρήματα.
02
compensación o acción destinada a corregir un daño, perjuicio o injusticia
Παραδείγματα
La víctima solicitó una reparación por el daño sufrido.



























