Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aliviado
01
ανακουφισμένος, ηρεμημένος
que siente que un problema o dolor ha disminuido o desaparecido
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más aliviado
συγκριτικός βαθμός
más aliviado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
aliviado
αρσενικό πληθυντικό
aliviados
θηλυκό ενικό
aliviada
θηλυκό πληθυντικό
aliviadas
Παραδείγματα
Me siento aliviado de haber terminado el trabajo.
Αισθάνομαι ανακουφισμένος που τελείωσα τη δουλειά.



























