aliviar
a
a
a
liv
ˈliβ
lib
iar
jaɾ
yar
aliar

Ορισμός και σημασία του "aliviar"στα ισπανικά

aliviar
01

ανακουφίζω

hacer que una molestia, dolor o preocupación disminuya 
aliviar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
alivio
γ΄ ενικό πρόσωπο
alivia
ενεστώτα μετοχή
aliviando
απλός αόριστος
alivié
παθητική μετοχή
aliviado
Παραδείγματα
El medicamento alivia el dolor de cabeza. 

Το φάρμακο ανακουφίζει τον πονοκέφαλο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store