Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El alivio
01
ανακούφιση
la sensación de tranquilidad y disminución de la ansiedad, el dolor o la preocupación tras un momento difícil
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Suspiró de alivio cuando el avión aterrizó sin problemas.
Αναστέναξε με ανακούφιση όταν το αεροπλάνο προσγειώθηκε χωρίς προβλήματα.



























