Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El alivio
01
ανακούφιση
la sensación de tranquilidad y disminución de la ansiedad, el dolor o la preocupación tras un momento difícil
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El alivio fue enorme cuando encontramos las llaves perdidas.
Η ανακούφιση ήταν τεράστια όταν βρήκαμε τα χαμένα κλειδιά.
LanGeek



























