Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aliñar
01
καρυκεύω, αρτύω
echar condimentos o salsa a una comida para mejorar su sabor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
aliño
γ΄ ενικό πρόσωπο
aliña
ενεστώτα μετοχή
aliñando
απλός αόριστος
aliñé
παθητική μετοχή
aliñado
Παραδείγματα
Voy a aliñar la ensalada con aceite y vinagre.
Πρόκειται να κατακλύσω τη σαλάτα με λάδι και ξύδι.



























