aliñar
a
a
a
li
li
li
ñar
ˈɲaɾ
niar
aliaralisar

Ορισμός και σημασία του "aliñar"στα ισπανικά

aliñar
01

καρυκεύω, αρτύω

echar condimentos o salsa a una comida para mejorar su sabor 
aliñar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
aliño
γ΄ ενικό πρόσωπο
aliña
ενεστώτα μετοχή
aliñando
απλός αόριστος
aliñé
παθητική μετοχή
aliñado
Παραδείγματα
Voy a aliñar la ensalada con aceite y vinagre. 

Πρόκειται να κατακλύσω τη σαλάτα με λάδι και ξύδι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store