Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aliñar
[past form: aliñé][present form: aliño]
01
καρυκεύω, αρτύω
echar condimentos o salsa a una comida para mejorar su sabor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
aliño
γ΄ ενικό πρόσωπο
aliña
ενεστώτα μετοχή
aliñando
απλός αόριστος
aliñé
παθητική μετοχή
aliñado
Παραδείγματα
¿ Has probado a aliñar el arroz con salsa de soja?
Έχετε δοκιμάσει να καρυκεύσετε το ρύζι με σάλτσα σόγιας ;



























