Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aliviar
[past form: alivié][present form: alivio]
01
ανακουφίζω
hacer que una molestia, dolor o preocupación disminuya
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
alivio
γ΄ ενικό πρόσωπο
alivia
ενεστώτα μετοχή
aliviando
απλός αόριστος
alivié
παθητική μετοχή
aliviado
Παραδείγματα
El consejo de su amigo alivió su preocupación.
Η συμβουλή του φίλου του ανακούφισε την ανησυχία του.



























