adoptar
a
a
a
dop
ðop
dhop
tar
ˈtaɾ
tar
adaptar

Ορισμός και σημασία του "adoptar"στα ισπανικά

adoptar
01

υιοθετώ

aceptar legalmente a un niño como hijo propio 
adoptar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
adopto
γ΄ ενικό πρόσωπο
adopta
ενεστώτα μετοχή
adoptando
απλός αόριστος
adopté
παθητική μετοχή
adoptado
Παραδείγματα
Decidieron adoptar un niño el año pasado. 

Αποφάσισαν να υιοθετήσουν ένα παιδί πέρυσι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store