adoptar
Pronunciation
/ˌaðɔpːtˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "adoptar"στα ισπανικά

adoptar
01

υιοθετώ

aceptar legalmente a un niño como hijo propio
adoptar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
adopto
γ΄ ενικό πρόσωπο
adopta
ενεστώτα μετοχή
adoptando
απλός αόριστος
adopté
παθητική μετοχή
adoptado
Παραδείγματα
Adoptar es un acto de amor y responsabilidad.
Η υιοθεσία είναι πράξη αγάπης και ευθύνης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store