Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
devolver
01
επιστρέφω
regresar algo a la persona o lugar de donde vino
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
devuelvo
γ΄ ενικό πρόσωπο
devuelve
ενεστώτα μετοχή
devolviendo
απλός αόριστος
devolví
παθητική μετοχή
devuelto
Παραδείγματα
Tengo que devolver el libro a la biblioteca.
Πρέπει να επιστρέψω το βιβλίο στη βιβλιοθήκη.
02
επιστρέφω, περνώ πίσω
pasar o golpear el balón de vuelta al campo contrario
Παραδείγματα
El portero devolvió el balón con un saque largo.
Ο τερματοφύλακας επέστρεψε την μπάλα με ένα μακριά λάκτισμα.



























