Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
devorar
01
καταβροχθίζω
comer algo con mucho apetito o rapidez
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
devoro
γ΄ ενικό πρόσωπο
devora
ενεστώτα μετοχή
devorando
απλός αόριστος
devoré
παθητική μετοχή
devorado
Παραδείγματα
El niño devoró su plato en pocos minutos.
Το αγόρι κατάπιε το πιάτο του σε λίγα λεπτά.



























