devorar
Pronunciation
/dˌeβɔɾˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "devorar"στα ισπανικά

devorar
01

καταβροχθίζω

comer algo con mucho apetito o rapidez
devorar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
devoro
γ΄ ενικό πρόσωπο
devora
ενεστώτα μετοχή
devorando
απλός αόριστος
devoré
παθητική μετοχή
devorado
Παραδείγματα
Devora el pastel antes de que se acabe.
Καταβροχθίστε το κέικ πριν τελειώσει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store