devorar
de
de
de
vo
βo
bo
rar
ˈɾaɾ
rar
decorardemorar

Ορισμός και σημασία του "devorar"στα ισπανικά

devorar
01

καταβροχθίζω

comer algo con mucho apetito o rapidez 
devorar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
devoro
γ΄ ενικό πρόσωπο
devora
ενεστώτα μετοχή
devorando
απλός αόριστος
devoré
παθητική μετοχή
devorado
Παραδείγματα
El niño devoró su plato en pocos minutos. 

Το αγόρι κατάπιε το πιάτο του σε λίγα λεπτά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store