devastar
devastar
detestardenostardegustardesbastar

Ορισμός και σημασία του "devastar"στα ισπανικά

devastar
01

καταστρέφω, ερημώνω

destruir o causar gran daño en un lugar o población 
devastar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
devasto
γ΄ ενικό πρόσωπο
devasta
ενεστώτα μετοχή
devastando
απλός αόριστος
devastó
παθητική μετοχή
devastado
Παραδείγματα
El terremoto devastó la región. 

Ο σεισμός κατέστρεψε την περιοχή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store