Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
devastar
01
καταστρέφω, ερημώνω
destruir o causar gran daño en un lugar o población
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
devasto
γ΄ ενικό πρόσωπο
devasta
ενεστώτα μετοχή
devastando
απλός αόριστος
devastó
παθητική μετοχή
devastado
Παραδείγματα
La tormenta devastó varias aldeas.
Η καταιγίδα κατέστρεψε πολλά χωριά.



























