rehogar
re
re
re
ho
o
o
gar
ˈɣaɾ
ghar
emigrarcalamaracertarenfocar

Ορισμός και σημασία του "rehogar"στα ισπανικά

rehogar
01

σουτάρω, τσιγαρίζω

cocinar un alimento con poco aceite o grasa hasta que esté tierno y ligeramente dorado 
rehogar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
rehogo
γ΄ ενικό πρόσωπο
rehoga
ενεστώτα μετοχή
rehogando
απλός αόριστος
rehogué
παθητική μετοχή
rehogado
Παραδείγματα
Primero rehoga la cebolla antes de añadir el tomate. 

Σοτάρετε πρώτα το κρεμμύδι πριν προσθέσετε την ντομάτα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store