Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rehogar
01
σουτάρω, τσιγαρίζω
cocinar un alimento con poco aceite o grasa hasta que esté tierno y ligeramente dorado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
rehogo
γ΄ ενικό πρόσωπο
rehoga
ενεστώτα μετοχή
rehogando
απλός αόριστος
rehogué
παθητική μετοχή
rehogado
Παραδείγματα
Primero rehoga la cebolla antes de añadir el tomate.
Σοτάρετε πρώτα το κρεμμύδι πριν προσθέσετε την ντομάτα.
LanGeek



























