Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
regular
01
τακτικός
que ocurre de manera habitual o constante
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más regular
συγκριτικός βαθμός
más regular
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
regular
αρσενικό πληθυντικό
regulares
θηλυκό ενικό
regular
θηλυκό πληθυντικό
regulares
Παραδείγματα
Su asistencia es regular, nunca falta.
Η βοήθειά του είναι τακτική, δεν απουσιάζει ποτέ.
regular
01
ρυθμίζω
controlar o ajustar el funcionamiento de algo para que se mantenga en orden o equilibrio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
regulo
γ΄ ενικό πρόσωπο
regula
ενεστώτα μετοχή
regulando
απλός αόριστος
reguló
παθητική μετοχή
regulado
Παραδείγματα
La policía regula el tráfico en esa avenida.
Η αστυνομία ρυθμίζει την κυκλοφορία σε αυτήν την λεωφόρο.
regular
01
μέτρια
indica que algo es ni muy bueno ni muy malo; algo promedio
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
La comida estaba regular, podría estar mejor.
Λεξικό Δέντρο
irregular
regular



























