Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rehogado
01
συνοφρυωμένος, ελαφρά τηγανισμένος
que ha sido cocinado con un poco de aceite o grasa hasta estar tierno y dorado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más rehogado
συγκριτικός βαθμός
más rehogado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
rehogado
αρσενικό πληθυντικό
rehogados
θηλυκό ενικό
rehogada
θηλυκό πληθυντικό
rehogadas
Παραδείγματα
Me gustan los champiñones rehogados con mantequilla.
Μου αρέσουν τα μανιτάρια συμμένα με βούτυρο.



























