Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
regularizar
01
κανονικοποιώ
hacer que una situación o estatus cumpla con la ley o las normas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
regularizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
regulariza
ενεστώτα μετοχή
regularizando
απλός αόριστος
regularizó
παθητική μετοχή
regularizado
Παραδείγματα
La empresa regularizó los contratos de los empleados temporales.
Η εταιρεία κανονικοποίησε τα συμβόλαια των προσωρινών εργαζομένων.



























