regularizar
re
re
ρε
gu
ɣu
γου
la
la
λα
ri
ɾi
ρι
zar
ˈθaɾ
θαρ

Ορισμός και σημασία του "regularizar"στα ισπανικά

regularizar
01

κανονικοποιώ

hacer que una situación o estatus cumpla con la ley o las normas 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
regularizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
regulariza
ενεστώτα μετοχή
regularizando
απλός αόριστος
regularizó
παθητική μετοχή
regularizado
Παραδείγματα
El gobierno regularizó la situación de los inmigrantes. 

Η κυβέρνηση κανονικοποίησε την κατάσταση των μεταναστών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store