reinar
rei
rej
rey
nar
ˈnar
nar
jaguarcostaranotarapoyar

Ορισμός και σημασία του "reinar"στα ισπανικά

reinar
01

βασιλεύω, κυβερνώ

ejercer el poder soberano, como un monarca 
reinar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
reino
γ΄ ενικό πρόσωπο
reina
ενεστώτα μετοχή
reinando
απλός αόριστος
reinó
παθητική μετοχή
reinado
Παραδείγματα
El nuevo rey empezará a reinar pronto. 

Ο νέος βασιλιάς θα αρχίσει σύντομα να βασιλεύει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store