Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
reinar
01
βασιλεύω, κυβερνώ
ejercer el poder soberano, como un monarca
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
reino
γ΄ ενικό πρόσωπο
reina
ενεστώτα μετοχή
reinando
απλός αόριστος
reinó
παθητική μετοχή
reinado
Παραδείγματα
El emperador reinó con mano de hierro.
Ο αυτοκράτορας βασίλευσε με σιδερένια γροθιά.



























