reinar
Pronunciation
/reɪnˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "reinar"στα ισπανικά

reinar
01

βασιλεύω, κυβερνώ

ejercer el poder soberano, como un monarca
reinar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
reino
γ΄ ενικό πρόσωπο
reina
ενεστώτα μετοχή
reinando
απλός αόριστος
reinó
παθητική μετοχή
reinado
Παραδείγματα
El emperador reinó con mano de hierro.
Ο αυτοκράτορας βασίλευσε με σιδερένια γροθιά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store