regular
re
re
re
gu
ɣu
ghoo
lar
ˈlaɾ
lar
regalar

Ορισμός και σημασία του "regular"στα ισπανικά

01

τακτικός

que ocurre de manera habitual o constante 
regular definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más regular
συγκριτικός βαθμός
más regular
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
regular
αρσενικό πληθυντικό
regulares
θηλυκό ενικό
regular
θηλυκό πληθυντικό
regulares
Παραδείγματα
Tiene un horario regular de trabajo. 

Έχει ένα τακτικό πρόγραμμα εργασίας.

regular
01

ρυθμίζω

controlar o ajustar el funcionamiento de algo para que se mantenga en orden o equilibrio 
regular definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
regulo
γ΄ ενικό πρόσωπο
regula
ενεστώτα μετοχή
regulando
απλός αόριστος
reguló
παθητική μετοχή
regulado
Παραδείγματα
El gobierno regula el precio de la electricidad. 

Η κυβέρνηση ρυθμίζει την τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος.

01

μέτρια

indica que algo es ni muy bueno ni muy malo; algo promedio 
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Me siento regular después de comer tanto. 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store