Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El estanco
[gender: masculine]
01
καπνοπωλείο, καπνεργοστάσιο
tienda donde se venden cigarrillos y sellos oficiales
Παραδείγματα
No puedo entrar al estanco porque soy menor de edad.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
καπνοπωλείο, καπνεργοστάσιο