Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estancado
01
στάσιμος, λιμνάζων
que ha perdido movimiento o circulación, especialmente en líquidos o sistemas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más estancado
συγκριτικός βαθμός
más estancado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
estancado
αρσενικό πληθυντικό
estancados
θηλυκό ενικό
estancada
θηλυκό πληθυντικό
estancadas
Παραδείγματα
El líquido estancado cambió de color.
Το στάσιμο υγρό άλλαξε χρώμα.



























