Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
estampado
01
τυπωμένος, με σχέδιο εκτύπωσης
que tiene un dibujo o diseño impreso
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más estampado
συγκριτικός βαθμός
más estampado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
estampado
αρσενικό πληθυντικό
estampados
θηλυκό ενικό
estampada
θηλυκό πληθυντικό
estampadas
Παραδείγματα
Me gusta su vestido estampado de flores.
Μου αρέσει το φόρεμά της με τυπωμένα λουλούδια.



























