Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El estante
[gender: masculine]
01
ράφι, προθήκη
un conjunto de tablas horizontales soportadas por una estructura, usado para colocar libros u otros objetos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
estantes
Παραδείγματα
El estante se dobló por el peso de tantos libros.
Το ράφι λύγισε κάτω από το βάρος τόσων πολλών βιβλίων.



























