Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
opinar
[past form: opiné][present form: opino]
01
σκέφτομαι, εκφράζω γνώμη
expresar una idea o juicio sobre algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
opino
γ΄ ενικό πρόσωπο
opina
ενεστώτα μετοχή
opinando
απλός αόριστος
opiné
παθητική μετοχή
opinado
Παραδείγματα
Muchos opinan que es una buena idea.
Πολλοί πιστεύουν ότι το να εκφράζεις γνώμη είναι καλή ιδέα.



























