deprimido
dep
ˈdep
dep
ri
ɾi
ri
mi
mi
mi
do
ðo
dho
resentidodifundidoexprimidoprotegido

Ορισμός και σημασία του "deprimido"στα ισπανικά

01

καταθλιπτικός, λυπημένος

triste, sin ánimo ni motivación, generalmente durante un período largo 
deprimido definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más deprimido
συγκριτικός βαθμός
más deprimido
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
deprimido
αρσενικό πληθυντικό
deprimidos
θηλυκό ενικό
deprimida
θηλυκό πληθυντικό
deprimidas
Παραδείγματα
Me siento deprimido últimamente. 

Νιώθω κατάθλιψη τελευταία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store