Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
depredar
01
θηρεύω, κυνηγώ για τροφή
cazar y matar a otros animales para alimentarse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
depredo
γ΄ ενικό πρόσωπο
depreda
ενεστώτα μετοχή
depredando
απλός αόριστος
depredó
παθητική μετοχή
depredado
Παραδείγματα
Un grupo de orcas puede depredar sobre una ballena joven.
Μια ομάδα από φάλαινες δολοφόνους μπορεί να ληστεύσει μια νεαρή φάλαινα.



























