Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
depredar
01
θηρεύω, κυνηγώ για τροφή
cazar y matar a otros animales para alimentarse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
depredo
γ΄ ενικό πρόσωπο
depreda
ενεστώτα μετοχή
depredando
απλός αόριστος
depredó
παθητική μετοχή
depredado
Παραδείγματα
Los lobos depredan principalmente sobre animales débiles o enfermos.
Οι λύκοι ληστεύουν κυρίως αδύναμα ή άρρωστα ζώα.



























