Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La depresión
[gender: feminine]
01
κατάθλιψη, μελαγχολία
estado de tristeza profunda y falta de energía
Παραδείγματα
La depresión puede afectar la vida diaria.
Η κατάθλιψη μπορεί να επηρεάσει την καθημερινή ζωή.



























