Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La deportiva
[gender: feminine]
01
αθλητικό παπούτσι, παπούτσι γυμναστικής
calzado usado para hacer deporte o ejercicio
Παραδείγματα
Las deportivas son ideales para hacer ejercicio.
Τα αθλητικά παπούτσια είναι ιδανικά για άσκηση.



























