Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El depósito
01
αποθήκη, αποθηκευτικός χώρος
lugar donde se guardan productos, mercancías o materiales
Παραδείγματα
Las cajas se guardaron en el depósito.
Τα κουτιά αποθηκεύτηκαν στην αποθήκη.
02
κατάθεση, αποθεματικό
dinero entregado a un banco u otra entidad para guardarlo o generar intereses
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
depósitos
Παραδείγματα
El cliente hizo un depósito de mil euros en su cuenta.
Ο πελάτης έκανε μια κατάθεση χιλίων ευρώ στον λογαριασμό του.
LanGeek



























