Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deprimir
[past form: me deprimí][present form: me deprimo]
01
καταθλίβομαι
sentirse triste y sin ánimo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
deprimo
γ΄ ενικό πρόσωπο
deprime
ενεστώτα μετοχή
deprimiendo
απλός αόριστος
me deprimí
παθητική μετοχή
deprimido
Παραδείγματα
No quiero deprimirme por problemas pequeños.
Δεν θέλω να καταθλίβομαι από μικρά προβλήματα.



























