deprimir
Pronunciation
/dˌepɾimˈiɾse/

Ορισμός και σημασία του "deprimir"στα ισπανικά

deprimir
[past form: me deprimí][present form: me deprimo]
01

καταθλίβομαι

sentirse triste y sin ánimo
deprimir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
deprimo
γ΄ ενικό πρόσωπο
deprime
ενεστώτα μετοχή
deprimiendo
απλός αόριστος
me deprimí
παθητική μετοχή
deprimido
Παραδείγματα
No quiero deprimirme por problemas pequeños.
Δεν θέλω να καταθλίβομαι από μικρά προβλήματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store