Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deprimir
01
καταθλίβομαι
sentirse triste y sin ánimo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
deprimo
γ΄ ενικό πρόσωπο
deprime
ενεστώτα μετοχή
deprimiendo
απλός αόριστος
me deprimí
παθητική μετοχή
deprimido
Παραδείγματα
Ella se deprime cuando llueve mucho.
Αυτή καταθλίβεται όταν βρέχει πολύ.



























