Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ejecutar
01
εκτελώ, πραγματοποιώ
realizar o llevar a cabo una acción, tarea, programa o plan
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
ejecuto
γ΄ ενικό πρόσωπο
ejecuta
ενεστώτα μετοχή
ejecutando
απλός αόριστος
ejecuté
παθητική μετοχή
ejecutado
Παραδείγματα
Necesito ejecutar esta tarea antes del mediodía.
Πρέπει να εκτελέσω αυτήν την εργασία πριν το μεσημέρι.
02
εκτελώ, πραγματοποιώ
realizar una acción artística, musical, deportiva o técnica siguiendo un plan o instrucción
Παραδείγματα
El pianista ejecutó la pieza con gran virtuosismo.
Ο πιανίστας εκτέλεσε το κομμάτι με μεγάλη βιρτουοζιτέτα.
03
εκτελώ, εφαρμόζω τη θανατική ποινή
llevar a cabo la pena de muerte impuesta por una autoridad legal
Παραδείγματα
La orden de ejecutar al prisionero llegó por escrito.
Η εντολή να εκτελέσει τον κρατούμενο ήρθε γραπτώς.



























