la ejecución
e
e
e
je
xe
khe
cu
ku
koo
ción
ˈθjon
thyon
dimensiónescuadróndenticiónmigración

Ορισμός και σημασία του "ejecución"στα ισπανικά

01

εκτέλεση

la acción de llevar a cabo o realizar un plan, una orden o una tarea 
la ejecución definition and meaning
Παραδείγματα
La ejecución del proyecto tomó más tiempo del planeado. 

Η εκτέλεση του έργου πήρε περισσότερο χρόνο από το προγραμματισμένο.

02

εκτέλεση

el acto de dar muerte a un condenado como pena legal 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ejecuciones
Παραδείγματα
La ejecución del prisionero se realizó en secreto. 

Η εκτέλεση του κρατουμένου πραγματοποιήθηκε κρυφά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store