Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La ejecución
01
εκτέλεση
la acción de llevar a cabo o realizar un plan, una orden o una tarea
Παραδείγματα
La ejecución del proyecto tomó más tiempo del planeado.
Η εκτέλεση του έργου πήρε περισσότερο χρόνο από το προγραμματισμένο.
02
εκτέλεση
el acto de dar muerte a un condenado como pena legal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ejecuciones
Παραδείγματα
La ejecución del prisionero se realizó en secreto.
Η εκτέλεση του κρατουμένου πραγματοποιήθηκε κρυφά.



























