ejercer
Pronunciation
/ˌexɛɾθˈɛɾ/

Ορισμός και σημασία του "ejercer"στα ισπανικά

ejercer
01

ασκώ, πρακτικάρω

desempeñar una profesión o actividad de forma habitual
ejercer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
ejerzo
γ΄ ενικό πρόσωπο
ejerce
ενεστώτα μετοχή
ejerciendo
απλός αόριστος
ejercí
παθητική μετοχή
ejercido
Παραδείγματα
Muchos jóvenes tardan en poder ejercer su profesión.
Πολλοί νέοι χρειάζονται χρόνο για να αρχίσουν να ασκούν το επάγγελμά τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store