Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ejercer
01
ασκώ, πρακτικάρω
desempeñar una profesión o actividad de forma habitual
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
ejerzo
γ΄ ενικό πρόσωπο
ejerce
ενεστώτα μετοχή
ejerciendo
απλός αόριστος
ejercí
παθητική μετοχή
ejercido
Παραδείγματα
Mi hermana ejerce como abogada en Madrid.
Η αδερφή μου ασκεί ως δικηγόρος στη Μαδρίτη.



























