Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ejercer
[past form: ejercí][present form: ejerzo]
01
ασκώ, πρακτικάρω
desempeñar una profesión o actividad de forma habitual
Παραδείγματα
Muchos jóvenes tardan en poder ejercer su profesión.
Πολλοί νέοι χρειάζονται χρόνο για να αρχίσουν να ασκούν το επάγγελμά τους.



























