Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deber
01
πρέπει, οφείλω
expresa obligación, necesidad o probabilidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
debo
γ΄ ενικό πρόσωπο
debe
ενεστώτα μετοχή
debiendo
απλός αόριστος
debí
παθητική μετοχή
debido
Παραδείγματα
Deberíamos salir más temprano.
Πρέπει να βγούμε νωρίτερα.
02
χρωστώ
tener una obligación de pagar dinero, bienes o servicios a alguien
Παραδείγματα
Le debo mucho a mi familia por su apoyo.
Οφείλω πολλά στην οικογένειά μου για την υποστήριξή τους.
03
πρέπει
expresar suposición o probabilidad sobre algo
Παραδείγματα
Debe hacer mucho calor en verano.
Πρέπει να κάνει πολύ ζέστη το καλοκαίρι.
04
πρέπει
expresar consejo, obligación moral o recomendación
Παραδείγματα
No deberías comer tanta azúcar.
Δεν πρέπει να τρως τόση ζάχαρη.
El deber
01
καθήκον, ευθύνη
obligación moral o legal que alguien tiene que cumplir
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
deberes
Παραδείγματα
Cada empleado debe cumplir con sus deberes laborales.
Κάθε εργαζόμενος πρέπει να εκπληρώνει τα επαγγελματικά του καθήκοντα.



























