Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
deber
01
πρέπει, οφείλω
expresa obligación, necesidad o probabilidad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
debo
γ΄ ενικό πρόσωπο
debe
ενεστώτα μετοχή
debiendo
απλός αόριστος
debí
παθητική μετοχή
debido
Παραδείγματα
Debes estudiar para el examen.
Πρέπει να μελετήσεις για την εξέταση.
02
χρωστώ
tener una obligación de pagar dinero, bienes o servicios a alguien
Παραδείγματα
Debo cien dólares a mi amigo.
Οφείλω εκατό δολάρια στον φίλο μου.
03
πρέπει
expresar suposición o probabilidad sobre algo
Παραδείγματα
Debe estar en casa ahora.
Πρέπει να είναι στο σπίτι τώρα.
04
πρέπει
expresar consejo, obligación moral o recomendación
Παραδείγματα
Deberías hablar con ella.
Πρέπει να μιλήσεις μαζί της.
El deber
01
καθήκον, ευθύνη
obligación moral o legal que alguien tiene que cumplir
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
deberes
Παραδείγματα
Es nuestro deber ayudar a quienes lo necesitan.
Καθήκον είναι η ευθύνη μας να βοηθάμε όσους έχουν ανάγκη.



























