Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tirar
[past form: tiré][present form: tiro]
01
τραβώ
ejercer fuerza para mover algo hacia uno mismo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
tiro
γ΄ ενικό πρόσωπο
tira
ενεστώτα μετοχή
tirando
απλός αόριστος
tiré
παθητική μετοχή
tirado
Παραδείγματα
Tira la ventana para abrirla completamente.
Τραβήξτε το παράθυρο για να το ανοίξετε πλήρως.
02
τραβώ
mover o llevar algo pesado tirando de él
Παραδείγματα
Los niños tiraron del cochecito hasta la puerta.
Τα παιδιά τράβηξαν το καροτσάκι μέχρι την πόρτα.
03
πετώ
lanzar algo con la mano o desde un lugar
Παραδείγματα
Tiraron piedras al lago para hacer olas.
Πέταξαν πέτρες στη λίμνη για να κάνουν κύματα.
04
ρίχνω
derribar o hacer caer algo o a alguien con fuerza
Παραδείγματα
Los niños tiraron los conos mientras jugaban en el patio.
Τα παιδιά γκρέμισαν τους κώνους ενώ έπαιζαν στην αυλή.



























