Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tirar
01
τραβώ
ejercer fuerza para mover algo hacia uno mismo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
tiro
γ΄ ενικό πρόσωπο
tira
ενεστώτα μετοχή
tirando
απλός αόριστος
tiré
παθητική μετοχή
tirado
Παραδείγματα
Él tiró la puerta para abrirla.
Αυτός τράβηξε την πόρτα για να την ανοίξει.
02
τραβώ
mover o llevar algo pesado tirando de él
Παραδείγματα
El tractor tiró del remolque por el campo.
Το τρακτέρ τράβηξε το ρυμουλκό στο χωράφι.
03
πετώ
lanzar algo con la mano o desde un lugar
Παραδείγματα
El niño tiró la pelota al otro lado del parque.
Το αγόρι έριξε την μπάλα στην άλλη πλευρά του πάρκου.
04
ρίχνω
derribar o hacer caer algo o a alguien con fuerza
Παραδείγματα
El viento fuerte tiró los carteles de la calle.
Ο δυνατός άνεμος γκρέμισε τις πινακίδες του δρόμου.



























