Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La tirante
01
λουρί, λωρίδα ώμου
una tira de tela, cuero u otro material que sirve para sujetar o cargar algo
Παραδείγματα
Su tirante de guitarra tenía el logo de su banda favorita.
Η ζώνη της κιθάρας του είχε το λογότυπο της αγαπημένης του μπάντας.



























